Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Αχ βρε Ρίνα… Κατερίνα


Yes yes yes ήμασταν όλοι εκεί στο Gagarin εκείνη τη βροχερή νύχτα που ανοίξανε οι ουρανοί. Back to the 80s λοιπόν με τον θεό Κώστα Μπίγαλη και την Πωλίνα. Το πρώτο θετικό της βραδιάς ήταν ότι δεν υπήρχαν πιτσιρίκια και άτομα άνω των 40 ετών. Έτσι έγινε μπόλικος χαβαλές και η βραδιά εξελίχθηκε σε ξέφρενο πάρτι.

Οι πόρτες ανοίξανε στις 21:00 και το πρόγραμμα ξεκίνησε στις 10 και μισή. Ο κόσμος δεν ήτανε στυλιζαρισμένος. Δεν υπήρχανε γκόμενες με ψηλοτάκουνες ούτε γιάπηδες με πουκάμισα και γραβάτες. Θα το έλεγα άνετα συναυλία αλλά δεν είναι Αύγουστος και δεν ήμασταν στον Φλοίσβο.

 Ο Κώστας Μπίγαλης είναι θεός. Ξεσήκωσε όλο τον κόσμο. Ακούσαμε όλες τις μεγάλες του επιτυχίες: το καπελάκι, του Αιγαίου τα μπλούζ, μικρή μου μέλισσα, η κόρη του περιπτερά, and I miss you και το Ρίνα Κατερίνα. Χορέψαμε, γελάσαμε, τραγουδήσαμε και γυρίσαμε τον χρόνο πίσω έως πολύ πίσω στα εφηβικά μας χρόνια. Μετά ήρθε η σειρά της Πωλίνας… πάμε για τρέλες, ροζ μπικίνι, στην πολυθρόνα την μπαμπού και άλλα όμορφα τραγούδια. Μιλάμε για τρελό ξεσάλωμα. Στη συνέχεια τραγουδούσανε και οι δυο non stop επιτυχίες της δεκαετίας του 60-70.

 Όταν βγήκαμε από το Gagarin ο καιρός είχε χειροτερέψει αλλά εμείς δεν πήγαμε σπίτι. Μπουκάραμε στο αγαπημένο μας στέκι στο γκάζι ήπιαμε ένα drink και καπάκι για ύπνο. Όσοι χάσατε αυτό το event πολύ απλά θα περιμένετε το επόμενο.


Λέτε να είναι Χαριτοδιπλωμένος Ευριδίκη και Κορκολής Αλέξια; 


Ουάου και πάλι ουάου!

Ένα και δύο πηδάω τα κύματα…

Γουστάρω πολύ stavento και Πάολα ψηφίζω δαγκωτό μαζί με τη μάνα μου που πωρώνεται όταν της βάζω το σιντι της. Θυμάμαι πριν χρόνια, πριν γίνει διάσημη, είχα πάει στο κέντρο που τραγουδούσε και επειδή με εντυπωσίασε πήγα να ζητήσω αυτόγραφο (εμένα δεν μου έχουνε ζητήσει ποτέ αυτόγραφο) και πιάσαμε την κουβέντα και μετά για κρέπα στη Γλυφάδα, πολύ cool άτομο… όχι σαν κάποιες άλλες – μην ανοίξω το στόμα μου – που μετά από πέντε έξι σουξεδάκια νομίζουν ότι πιάσανε τον πάπα από τα α….ια! Ο έλληνας έχει πολλά ελαττώματα… πέρα του ότι ο καθένας κοιτάζει μόνο τη πάρτη του, με το παραμικρό καβαλάει το καλάμι. Νοικιάζει ένα διαμέρισμα στα βόρεια προάστια για να πουλάει μούρη, αγοράζει και με δόσεις μια κούρσα και μας το παίζει ιστορία. Ζει με πιστωτικές κάρτες και αυτό τον κάνει περήφανο. Εγώ δεν καβάλησα ποτέ το καλάμι ακόμα και τότε που έκανα επιτυχία. Το ποδήλατό μου καβαλάω κάθε μέρα και κάνω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Μπορεί να είναι η πιο βρώμικη πρωτεύουσα του κόσμου αλλά εμένα μου αρέσει. Αν θέλεις να τα έχουμε καλά μη μου πεις να πάω να ζήσω στην επαρχία. Πήγα τον Αύγουστο στην πανέμορφη Πορταριά. Ένα κουκλίστικο σπίτι κοντά στην κεντρική πλατεία του χωριού, καταπράσινα πελώρια δέντρα, ρυάκια με πεντακάθαρο νερό που τρέχανε ασταμάτητα. Ένας μικρός παράδεισος. Μια μέρα κατεβήκαμε με την παρέα στον Μυλοπόταμο αλλά φύσαγε πολύ. Κύμα κι άνεμος αντάρτης της ψυχής ο χάρτης δείχνει που με πας – Φοίβος- σου μιλάω ειλικρινά για κάτι τεράστια κύματα που φτάνανε τα δύο μέτρα χωρίς υπερβολές. Και τότε πήρα την απόφαση να ζήσω μια νέα, ανεπανάληπτη εμπειρία. Άρχιζα να πηδάω τα κύματα σαν αγριοκάτσικο και να ουρλιάζω από τη χαρά μου. Τελικά είδες με πόσα απλά πράγματα μπορείς να είσαι ευτυχισμένος;   
      
Υ.Γ το ποδήλατο είναι πολύ της μόδας… αν βάλεις και στολή με κράνος δείχνεις ακόμα πιο σέξι!

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Το τελευταίο Αντίο…

Στις τούρτες, στις πάστες και τα μελομακάρονα...

Αντίο σουβλάκια κοτομπέικον, κοτόγυρα και κοτόπουλα γενικότερα...

Αντίο πίτσες σπέσιαλ, κρέπες, βάφλες και καρμπονάρες...

Bye bye παστίτσιο, μουσακά, σουτζουκάκια σμυρνέικα...

Αντίο μπύρες, κρασιά, σφηνάκια, υποβρύχια...

Αντίο ζάχαρη στον καφέ μου...

Αντίο τσιγάρο… τσιγά…τι; Εεεε όχι!

Αυτό ποτέ!

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Ένας ελέφαντας είναι κρυμμένος μέσα μου...


Δεν ήτανε και πολύ δύσκολο να το καταλάβω (μασάει η κατσίκα ταραμά;) … μια φορά ανέβηκα στη ζυγαριά και είχε αγγίξει τα εκατό. Δεν στεναχωρήθηκα, ούτε τύψεις ένιωσα: ήξερα ότι την τελευταία τριετία είχα πολύ στενές σχέσεις με το φαγητό. Και έχω ακόμη… φυσικά δεν μιλάμε για υγιεινή διατροφή. Από πίτσες μέχρι καρμπονάρες και από χάμπουργκερ μέχρι τηγανιτές πατάτες μπερδεμένες με αυγά. Μια μέρα είπα στον εαυτό μου – δεν μπορεί κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Έκανα ένα ντουζάκι, σκουπίστηκα με την καταπράσινη πετσετούλα μου και στάθηκα μπροστά στον πελώριο καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας. Με μια απότομη και εντελώς  θεατράλε κίνηση πέταξα την πετσέτα από πάνω μου και τότε είδα με τα κατάμαυρα πανέμορφα μάτια μου ότι η σκακιέρα που βρισκόταν για πολλά χρόνια στην κοιλιακή μου χώρα είχε γίνει καπνός. Τρώω πολύ… είπα… αλλά κάτι άλλο συμβαίνει εκεί μέσα. Σίγουρα δεν είναι πλάσμα της φαντασίας μου... ούτε πρήξιμο από το άγχος της καθημερινότητας… ούτε ανεμογκάστρι…   ένας θεότρελος και ανισσόροπος ελέφαντας υπάρχει μέσα στην κοιλιά μου και κάνει τον κινέζο. Έχει μεγάλα αυτιά σαν τα δικά μου και τεράστια μουσούδα και το στομάχι του είναι σαν δεξαμενή. Γι αυτό συνέχεια πεινάω… γι αυτό καταβροχθίζω ότι βρίσκω μέσα (ή έξω) από το ψυγείο. Έπρεπε να πάρω το συντομότερο δυνατό μια μεγάλη και σοβαρή απόφαση ή μια σύντομη επίσκεψη στον ψυχίατρο μου. φόρεσα τις πιτζάμες μου… περπάτησα μέχρι το σαλόνι… τηλεφώνησα στην pizza fun και παρήγγειλα τρεις σπέσιαλ με τη λεπτή ζύμη που κάνει χράτσα χρούτσα. Πήρα και μια εξάδα μπύρες αγκαλιά και στρογγυλοκάθισα στον πανάκριβο γωνιακό καναπέ μου για να δω τον αγώνα ποδοσφαίρου Ολυμπιακός- Όφη. Τη νίκη την είχαμε στο τσεπάκι… μην πεις στον κόπο να αναρωτηθείς τι ομάδα είμαι…. Καταγωγή Πειραιάς. Αφού έφαγα για ακόμη μια φορά μέχρι σκασμού έσυρα την κορμάρα μου με πολύ κόπο και ιδρώτα μέχρι την κρεβατοκάμαρα… έκανα το σταυρό μου και είπα από αύριο δίαιτα… ωχουου… δεν βαριέσαι ρε αδερφέ!
  


 



Επαθα Ντουβρουτζά…


Τώρα εγώ το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνω είναι να κάτσω και να σου εξηγήσω αγαπητέ αναγνώστη τι εστί ντουβρουτζάς(πρώτο χασμουρητό). Είναι αυτό που παθαίνεις όταν δεν ξέρεις τι κάνεις σ’ αυτή τη ζωή, όταν αλλού πατάς και αλλού βρίσκεσαι, όταν δεν θυμάσαι το όνομά σου, όταν βαριέσαι να κάνεις το οτιδήποτε. To black out που λένε οι Ευρωπαίοι. Μπήκες; Δεν με πιστεύεις; Εντάξει, συγνώμη δηλαδή, κι εμείς οι συγγραφείς άνθρωποι είμαστε όχι μηχανές… Δεν έχουμε το δικαίωμα να γκρινιάζουμε κάπου κάπου; Μία στις τόσες βρε αδερφέ! Όχι, ε; καλά. Πρέπει να στρώσω τον κώλο μου και να γράψω καμιά χιλιάρα λέξεις, κι εμένα ούτε οι εκατό δεν μού ‘ρχονται. Προβλήματα που έχει ο κόσμος, ε;(δεύτερο χασμουρητό) Δεν μου κατεβαίνει καμία ιδέα σου λέω, τι να κάνω ο κακομοίρης; Εντάξει λοιπόν, αφού δεν πιστεύεις ότι έπαθα ντουβρουτζά, διάβασε τη σημερινή ιστορία κι αν βγάλεις άκρη γράψε μου.


   Μια φορά κι έναν υπέροχο ανοιξιάτικο καιρό, όπου αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια άνθιζαν, σε μια πελώρια κατάλευκη βίλα στην Εκάλη(με επτά κρεβατοκάμαρες, τέσσερα σαλόνια, δύο πισίνες και μια δυστυχισμένη Κινέζα καμαριέρα) ζούσε ένα ζάμπλουτο ζευγάρι. Ο Νίκος και η Μαρία. Ο Νίκος ήταν ένας κοντός, κακομαθημένος, νεόπλουτος δικηγόρος με απαίσια οδοντοστοιχία, στραβά πόδια και λίγη φαλάκρα. Οι γονείς του δεν κατάφεραν να αποκτήσουν και δεύτερο παιδί οπότε μετανιώνουν πικρά για το λάθος της φύσης που δημιούργησαν. Του αρέσει πολύ το γαλακτομπούρεκο, ο Γιάννης Πλούταρχος, η ιππασία και να την πέφτει στη μικρή καμαριέρα κάθε φορά που η γυναίκα του πηγαίνει για Botox στον πλαστικό της(ψηλός, γεροδεμένος με μαλλιά) στο Κολωνάκι. Η Μαρία απ’ την άλλη(καλονή,1.80 ύψος με απίστευτες καμπύλες, σιλικόνη στο στήθος και καταπράσινα μάτια) κατάγεται από πολύ φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας της(αλκοολικός μέχρι αηδίας)πέθανε από ανακοπή όταν ήταν ακόμη μωρό στη κούνια, και η μάνα της(άλλη έξυπνη από κει) μη μπορώντας να μεγαλώσει το βρέφος το παράτησε έξω από μια μεγάλη σιδερένια πόρτα. Εκεί, για καλή της τύχη, κατοικούσε μια γριά μάγισσα ,με δύο δόντια όλα κι όλα η κακομοίρα, η οποία μεγάλωσε με πολύ στοργή κι αγάπη τη Μαρία και τη βοήθησε  να τυλίξει το βουτυρόπαιδο μετά από μια εικοσαετία ένα καυτό μεσημέρι του Ιούνη έξω, απ’ το μετρό του Συντάγματος την ώρα που πήγαινε αργοπορημένος όπως πάντα στο γραφείο του. Ο Νίκος ερωτεύτηκε παράφορα τη Μαρία και δεν άργησε να τη ζητήσει σε γάμο. Εκείνη στην αρχή του το έπαιζε δύσκολη αλλά μετά δέχτηκε.

 Παντρεύτηκαν μετά από ένα χρόνο στον Αι Γιώργη στο Καβούρι και το πάρτι έγινε στο island στη Βάρκιζα. Ήταν συγκεντρωμένη όλη η κοσμική Αθήνα. Το νυφικό της Μαρίας ήταν Σύλια Κριθαριώτη. Οι γονείς του Νίκου , που είχαν πάρει γραμμή τη παγίδα που είχαν στήσει μάνα και κόρη στο παιδί τους, φρόντισαν να ρίξουν δηλητήριο στο ποτήρι της γριάς μάγισσας για να τη στείλουν μια ώρα γρηγορότερα. Την επόμενη μέρα έγινε η κηδεία και όλα(μα όλα) τα κανάλια, οι εφημερίδες και σε αποκλειστική συνέντευξη το Down Town είχαν το ζευγάρι πρώτο θέμα. Έφυγαν για ταξίδι αναψυχής στην εξωτική  Χαβάη για να ξεπεράσει η Μαρία το σοκ. Ο καιρός περνούσε ευχάριστα για το ζευγάρι, με τον Νίκο να κάνει τη ζωή της καμαριέρας μαρτύριο και τη Μαρία να φλερτάρει με τον πλαστικό της χειρούργο. Ξόδευαν αμέτρητα χρηματικά  ποσά για αμάξια και παπούτσια PRADA. Παραμονές Χριστουγέννων, εκεί που διασκέδαζαν με άλλους πλούσιους φίλους  πίνοντας σαμπάνια, τα φώτα έσβησαν, η βίλα άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε σαν μίλκ σέικ, η καμαριέρα κατουρήθηκε από το φόβο της και το ‘βαλε στα πόδια, ο Ρεξ το κουταβάκι έπεσε απ’ το μπαλκόνι, οι καλεσμένοι μεσ’ το πανικό έπεφταν ο ένας απάνω στον άλλο, ένας δυνατός αέρας φύσηξε, ο ουρανός άλλαξε χρώμα και τότε(επιτέλους) εμφανίστηκε το πνεύμα της γριάς μάγισσας που απείλησε το Νίκο ότι αν δεν ρίξει δηλητήριο στα ποτήρια των γονιών του δεν θα τους αφήσει σε χλωρό κλαρί για τον αιώνα τον άπαντα.

 Φυσικά το βουτυρόπαιδο είχε τρελή αδυναμία στους γονείς του και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. Έβαλε τα κλάματα και χώθηκε στην αγκαλιά τους. Τότε η Μαρία που δεν άντεχε άλλο τις φωνές της γριάς μάγισσας και τα κλάματα του μαλάκα με μια απότομη κίνηση πήρε το όπλο που είχαν κρυμμένο στη γκαρνταρόμπα και καθάρισε τα πεθερικά της μπάμ και κάτω. Στη φυλακή δεν μπήκε επειδή κανένας πλούσιος δεν μπαίνει κι ας λένε ότι η δικαιοσύνη είναι τυφλή. Να μη στα πολυλογώ αγαπητέ αναγνώστη που εύχομαι να μη σ’ έχει πάρει ο ύπνος, ο πλαστικός χειρούργος απ’ το Κολωνάκι άφησε τη Μαρία έγκυο, ο Νίκος πίστεψε ότι το παιδί ήταν δικό του, η καμαριέρα που είχε πάρε δώσε με τη μαφία κατάφερε να απαγάγει το πιτσιρίκι και να ζητήσει λίτρα. Το ζευγάρι έγινε γι’ ακόμη μια φορά πρώτο θέμα στα κανάλια και η κυρία Νικολούλη έτριβε τα χεράκια της. Με τα πολλά δώσανε τα λίτρα στη μαφία  και η καμαριέρα έφυγε με τον μάγειρα στην Αμερική. Κάθε βίλα έχει κι από ένα μάγειρα αγαπητέ αναγνώστη, σταμάτα να απορείς από πού ξεφύτρωσε.

 Το πιτσιρίκι καθώς μεγάλωνε έκανε όλο και περισσότερα παράξενα πράγματα. Γυμναζόταν μανιωδώς, κοιτιόταν συνέχεια στο καθρέφτη, έπινε καφέ με τις κολλητές του στα Starbucks κι έλεγε πως ήθελε να γίνει ή μοντέλο- ηθοποιός ή χορευτής στη Λυρική. Η Μαρία με τον Νίκο ζήτησαν απεγνωσμένοι τη συμβουλή κάποιου ειδικού με μάστερ από το Λονδίνο αλλά είναι κάποιες περιπτώσεις σ’ αυτή τη ζωή που η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Και η μεγάλη μέρα δεν άργησε να έρθει. Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ του χρόνια ο μικρός τους αποκάλυψε ότι είναι ομοφυλόφιλος και  το ζευγάρι έμεινε στον τόπο. Η περιουσία πέρασε ολόκληρη στα χέρια τον μικρού κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα. Εντάξει; Αυτό ήταν, πάπαλα. Άντε τα λέμε αύριο. Να προσέχεις.