Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Το λιβάδι των θεών… Όσλο!!!



Τα ταξίδια είναι το πιο ακριβό χόμπι. Εμένα μου αρέσουνε πολύ (έως πάρα πολύ θα έλεγα). Αν είχα λεφτά θα ήμουν συνέχεια με μια βαλίτσα στο χέρι. Δυστυχώς δεν έχω αλλά μια φορά το χρόνο φροντίζω να την «κάνω» και να δραπετεύω από την πραγματικότητα. Διότι όπως λέει και το τραγούδι Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε τι θα καταλάβουμε; Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι φρέσκια, δροσερή και πέρα για πέρα αληθινή. Αν είχε χρώμα σίγουρα θα ήταν κάτασπρη σαν το χιόνι και αν είχε γεύση γλυκιά σαν τη ζάχαρη…



Ένα όχι και τόσο συνηθισμένο ξημέρωμα, μπήκαμε σε ένα ταξί και πήγαμε στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αφού παραδώσαμε τις βαλίτσες ήπιαμε από ένα φραπέ ο καθένας για ν’ ανοίξει το μάτι. Σε πλαστικό ποτήρι. 7 ευρώ οι δύο καφέδες και μάπα. Καμία σχέση με καφέ. Καμία αίσθηση καφεΐνης. Τα μάτια δεν ανοίγανε με τίποτα. Η ώρα περνούσε πολύ γρήγορα και πολύ ευχάριστα. Αυτό είναι το κακό με το χρόνο: περνάς καλά; περνάνε και οι ώρες. Περνάς χάλια; Τα λεπτά δεν κυλάνε με καμία Παναγία.
Μπήκαμε στο αεροπλάνο με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Μία ώρα περίπου κράτησε η πτήση. Το αεροδρόμιο της «Πόλης» βρώμαγε. Οι τουαλέτες απλησίαστες. Ήταν μαζεμένες όλες οι φυλές του φαραώ. Παντού χιλιάδες μικρόβια. Τα νεύρα μου στο κόκκινο. Έβριζα: Άι σιχτίρ! Έλεγχοι και ξανά έλεγχοι. Μέχρι και τα παπούτσια μας βγάλαμε. Τι θα κρύβαμε στις πατούσες; Bic ξυραφάκια; Μπήκαμε σε άλλο αεροπλάνο. Οι αεροσυνοδοί με το χαμόγελο της Colgate. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Τουρκικές αερογραμμές βγήκανε πρώτες στην Ευρώπη για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Στις οθόνες έπαιζε το Gravity. Αγαπημένη ταινία. Και φάγαμε και ήπιαμε και αρπάξαμε κι έναν υπνάκο. Μετά από λίγες ώρες συνέβη κάτι μαγικό. Ο ήλιος πήγαινε να κοιμηθεί και ο ουρανός γέμιζε με χρώματα. Σε κάποια σημεία σκούρο μωβ και αλλού ένα απαλό πορτοκαλί. Σαν να μάλωνε η μέρα με τη νύχτα. 



Όταν προσγειωθήκαμε στη πρωτεύουσα της Νορβηγίας δεν ήταν νύχτα. Σαν σούρουπο έμοιαζε. Πήραμε το εξπρές. «Το λιβάδι των θεών» αυτή είναι η σωστή μετάφραση του Όσλο. Ο Μίμης μας υποδέχτηκε με μια ζεστή αγκαλιά στον κεντρικό σταθμό του National Theatre. Ο Μίμης είναι Έλληνας και έχει παντρευτεί τη Κατερίνα και ζούνε ευτυχισμένοι με τα δυο τους παιδιά στη Νορβηγία. Θα μας φιλοξενούσαν όλες τις μέρες. Γενικά οι Νορβηγοί είναι φιλόξενοι και ανοιχτόκαρδοι και χαμογελαστοί μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Περπατήσαμε δέκα λεπτά και πήραμε το καραβάκι για το Νεσόντεν. Πως λέμε Πέραμα Σαλαμίνα; Ε, καμία σχέση. Παρατήρησα ότι οι τουαλέτες λαμποκοπούσαν από καθαριότητα. Είχαν χαρτί, σαπούνι, και χαρτί για τα χέρια. Ντράπηκα να τη χρησιμοποιήσω. Αν το έχει δει κανείς αυτό ας μου στείλει mail.



Στο λιμανάκι υπήρχαν λεωφορεία τα οποία «περίμεναν» να επιβιβαστούμε για να μας πάνε στον προορισμό μας. Είχε βραδιάσει και σε όλα τα σπίτια υπήρχαν φωτάκια αναμμένα. Λες και ήταν Χριστούγεννα. Σαν να βλέπεις χιλιάδες πυγολαμπίδες κρυμμένες μέσα στο δάσος. Το σπίτι του Μίμη και της Κατερίνας είναι πανέμορφο και φτιαγμένο από ξύλο όπως όλα τα σπίτια εκεί. Έχουν δυο υπέροχα παιδιά. Τη Μελίνα - Ισμήνη που είναι επτά και τον Θάνο που είναι δέκα. Το σπίτι ήτανε γεμάτο παράθυρα. Μια μεγάλη ξύλινη σκάλα ένωνε τα επίπεδα. Στο ισόγειο οι κρεβατοκάμαρες και το μπάνιο, στον πρώτο η κουζίνα με τη σαλονοτραπεζαρία και ακριβώς από πάνω η σοφίτα. Η σκεπή ήταν φτιαγμένη με κεραμίδια.



Τα παιδιά ζούνε σε μια όμορφη περιοχή το Alvern. Το λάμδα δεν προφέρεται. Παντού έβλεπες πράσινο. Αμέτρητα έλατα και άλλα είδη δέντρων που αντέχουν στις χαμηλές θερμοκρασίες. Τα πάντα τα είχε σκεπάσει το κατάλευκο χιόνι. Νομίζαμε ότι βρισκόμασταν στη χώρα του παραμυθιού. Η θερμοκρασία ήταν στο μηδέν αλλά δεν μας ένοιαζε. Όλη τη νύχτα έριχνε χιόνι. Η απογοήτευση θα ήταν να κάναμε ολόκληρο ταξίδι από την πιο ηλιόλουστη χώρα της Μεσογείου μέχρι την πιο βόρεια πλευρά της Ευρώπης και να είχε καλοκαίρι.



Την πρώτη μέρα το Όσλο μας υποδέχτηκε με ήλιο. Έκανε κρύο όλες τις ημέρες αλλά επειδή δεν έχουν υγρασία δεν το καταλαβαίναμε. Πρώτη επίσκεψη ένα μεγάλο πάρκο με μεγάλα και προικισμένα αγάλματα. Ήταν όλα τους γυμνά αλλά στην υπερβολή τους. Πήραμε το τραμ και πήγαμε στον εμπορικό δρόμο. Αποφύγαμε να ψωνίσουμε γιατί οι τιμές είναι τσιμπημένες. Εκεί δεν έχουνε ευρώ. Για χαζούς τους έχεις; Κορώνες έχουν. Ένα ευρώ είναι 8 και κάτι κορώνες. Ήθελα να δούμε το μιούζικαλ «Guys & Dolls» αλλά το αποφύγαμε διότι πρώτον τραγουδούσαν στα Νορβηγικά και δεύτερον το εισιτήριο κόστιζε 300 κορώνες. Γενικά είχε πολλά θέατρα. Όχι όσα και το Λονδίνο, αλλά είχε. Τελικά προτιμήσαμε να φάμε σε ένα καλό εστιατόριο από το να δούμε μιούζικαλ στα Νορβηγικά. Είναι δύσκολη γλώσσα. Μια μίξη γερμανικών με αγγλικών. Των Νορβηγών τα πρόσωπα, από το καθαρό αέρα, είναι πεντακάθαρα. Είναι πρώτοι στο μπόι. Και οι άντρες αλλά και οι γυναίκες. Κάτω από 1,80 δύσκολα θα δεις. Και φυσικά ξανθοί με καταγάλανα μάτια. Λες και βγαίνανε από casting. Πεντακάθαροι επίσης είναι και οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια και οι πλατείες και τα πάρκα και το λιμάνι. Όλα αστράφτουν. Παντού υπάρχουν κάδοι απορριμμάτων οι οποίοι έχουν και σταχτοδοχεία για τα αποτσίγαρα. Τόσες μέρες περπατούσαμε και δεν είδαμε – όχι γόπα – ούτε χαρτάκι από τσίχλα. Μπράβο τους. Το κέντρο της Αθήνας… ασ’ το καλύτερα.



Στο νούμερο ένα βάζω και την ευγένειά τους. Όταν ψαχνόμασταν με τους χάρτες ανά χείρας «σταματούσαν» για να μας δείξουν τη σωστή κατεύθυνση. Τη δεύτερη μέρα ήμασταν πιο οργανωμένοι. Βάλαμε σημεία στο χάρτη. Πρώτα επισκεφθήκαμε το Μουσείο μοντέρνας τέχνης που βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού, στη συνέχεια μπήκαμε μέσα στο επιβλητικό δημαρχείο με τις μοναδικές τοιχογραφίες, κάναμε μία στάση στον καθεδρικό ναό και καταλήξαμε στο παλάτι όπου φωτογραφηθήκαμε με τους φρουρούς οι οποίοι είναι πολύ άνετοι και cool. Το χιόνι συνέχισε να πέφτει και η πόλη θύμιζε γλυκό με τόνους ζάχαρης άχνης. Όλα λευκά και όμορφα. Καθίσαμε έξω από μια pub για να μπορούμε να καπνίσουμε. Το κάπνισμα απαγορεύεται σε όλους τους εσωτερικούς χώρους. Ο νόμος ξεκίνησε πριν μια επταετία και τηρείται αυστηρά. Καταλάβαμε αμέσως τη διαφορά στα ρούχα μας που δεν μυρίζανε τσιγαρίλα. Η μπύρα κοστίζει φθηνά. 
Γενικά όλη η πόλη σου δημιουργεί ένα ευχάριστο συναίσθημα και μια ασφάλεια. Το βράδυ ο Μίμης μας είχε μαγειρέψει Ινδικό. Πρώτη φορά στη ζωή μου το έφαγα. Ωραίο ήταν. Μας κάνανε δώρο δυο τεράστιες σοκολάτες και από ένα ζευγάρι χειροποίητες κάλτσες οι οποίες ήταν τόσο ζεστές που δεν μπορούσαμε να τις αποχωριστούμε. Την Τσικνοπέμπτη πήγαμε βόλτα στο δάσος. Φοβόμουν λίγο αλλά μου άρεσε. Εδώ κολλάει και το γνωστό «πονάω αλλά μ’ αρέσει». Δεν χιόνιζε αλλά παντού κυριαρχούσε το απόλυτο λευκό. Ο Μίμης είχε μάθει όλα τα μονοπάτια. Η απόλυτη ησυχία. Τόση ησυχία είχα χρόνια να απολαύσω. Αναπνέαμε καθαρό αέρα και το οξυγόνο σκότωνε όλα τα μικρόβια. Αν μου έλειπε κάτι; Ναι, το πιτόγυρο και τα γεμιστά της μάνας μου. Ο βήχας σταμάτησε καθώς και το δάκρυσμα των ματιών. Πότε πότε έτρεχε η μύτη αλλά μύτη είναι αυτή και τρέχει. Δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί της.
Περπατούσαμε χωρίς να κοιτάμε τα ρολόγια μας. Η ομορφιά ήτανε πρωταγωνίστρια για ακόμη μια φορά. Δέντρα που άγγιζαν τον ουρανό, λίμνες από κρύσταλλο, σημάδια για να μη χαθείς μέσα στο πελώριο δάσος. Βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο και επιστρέψαμε σπίτι. Ετοιμάζαμε το τραπέζι. Κατά το απογευματάκι άρχισαν να φτάνουν και οι καλεσμένοι. Έλληνες οι οποίοι ζούνε στη Νορβηγία. Ο Γιώργος από την Αικατερίνη με τις δυο του κόρες και ο Γιώργος με τη Χάνα και τα παιδιά τους Ελένη και Γιάννη. Φάγαμε ωραίους μεζέδες και μπριζόλες και Greek tzatziki και γλυκό σπέσιαλ από τα χεράκια της Κατερίνας. Χορέψαμε πολύ κοπανίσαμε και κάτι βότκες και φούντωσε το γλέντι.



Την επόμενη μέρα επισκεφθήκαμε το Φολκλορικό μουσείο. Εκεί ήταν μαζεμένα όλα τα ιστορικά σπιτάκια της χώρας. Χρειάστηκαν τρείς ώρες για να το δούμε όλο. Είχε κι ένα άλογο και μια ροζ γουρουνίτσα βαρέων βαρών και κοτούλες. Περάσαμε έξω από το μουσείο του Ίψεν του διάσημου Νορβηγού συγγραφέα. Δεν ήταν από τους αγαπημένους μου επειδή οι περισσότεροι ήρωες του πάσχουν από κατάθλιψη. Όταν πεινάσαμε φάγαμε Mac Donalds. Μου είχανε λείψει τα άτιμα. Ήτανε αδύνατο να τρώμε κάθε μέρα σε εστιατόρια. Το μπουκάλι το νερό των 750ml το είχανε 48 κορώνες. Πολλά τα λεφτά, Άρη. Μετά πάθαμε πλάκα μεγάλη επειδή είδαμε από κοντά την Όπερα του Όσλο. Ένα πανέμορφο στολίδι από μάρμαρο και γυαλί. Μέσα μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Στο πάτωμα μάρμαρο που γυάλιζε και όλη η διακόσμηση ήταν από ξύλο. Πήραμε δύο καφεδάκια και ανεβήκαμε στην οροφή της. Ξαναμείναμε με το στόμα ανοιχτό γιατί η θέα ήταν πανέμορφη. Όλη η πόλη από ψηλά έμοιαζε σαν ζωγραφιά που λέει και το τραγούδι.  Το Όσλο είναι μια ισορροπημένη και γαλήνια πόλη την οποία πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθούν όλοι οι άνθρωποι που τα νεύρα τους είναι πειραγμένα (εμείς).
Βγάλαμε πάρα πολλές φωτογραφίες. Ήμασταν πάρα πολύ χαρούμενοι. Δεν μας απασχολούσε απολύτως τίποτα. Ζούσαμε τη «στιγμή»! Περπατήσαμε έναν μεγάλο πεζόδρομο. Χαζεύαμε τις βιτρίνες. Δεν έκανε κρύο. Καθίσαμε για ένα καφεδάκι. Προσέχαμε τους περαστικούς. Ήταν όλοι χαλαροί. Δεν τρέχανε να προλάβουν τη ζωή. Δεν μιλούσαν θυμωμένοι στα κινητά τους. Ζευγαράκια πιασμένα απ’ το χέρι. Οι Νορβηγοί τα έχουν βρει με τον εαυτό τους. Είναι ήρεμοι από φυσικού τους και όχι από άποψη. Οι θερμοκρασία δεν πέρασε τους 8 βαθμούς. Λέγανε ότι φέτος δεν είδανε χειμώνα. Το βραδινό είχε παραδοσιακά λουκάνικα, βραστές πατατούλες και παντζάρια. Αράξαμε στον καναπέ. Ο Μίμης μας διάβασε μερικά από τα ποιήματά του. Εκείνος υποστήριξε ότι είναι απαισιόδοξα – εγώ πάλι όχι. Τα βρήκα αρκετά ευχάριστα όπως είναι ο Μίμης και η Κατερίνα. Το σπίτι πάντα ζεστό σε απαλές αποχρώσεις του γκρι και του μπεζ. Απ’ έξω ήταν όλο άσπρο όπως όλα τα σπίτια της γειτονιάς.
  
Το Σάββατο ήταν μια ιδιαίτερα χαλαρή μέρα. Μετά από έναν ξεκούραστο ύπνο ανεβήκαμε για το πρωινό. Η Κατερίνα είχε φτιάξει παραδοσιακά ψωμάκια με κρέμα και οικολογικό καφέ φίλτρου που η μυρωδιά του μου έχει μείνει ακόμη. Επισκεφθήκαμε και το μίνι μάρκετ και εφοδιαστήκαμε με μεγάλες σοκολάτες για τα μικρά στην Αθήνα. Κάποιο αστείο μου είπε ο ταμίας το οποίο δεν κατάλαβα ένα άλλο αστείο του είπα εγώ με τα αγγλικά μου και τον έστειλα τον άνθρωπο. Περπατούσαμε αργά, το οξυγόνο σε αφθονία και ένας ήλιος που παλεύει να σκάσει μύτη. Μάλωνε με τα σύννεφα και τελικά βγήκε νικητής. Τα παιδιά στην παιδική χαρά παίζανε ευτυχισμένα. Τα πουλιά τραγουδούσαν ασταμάτητα κι ένα κουνελάκι να χοροπηδάει στον κήπο του σπιτιού. Δεν είδαμε ελάφια ή τάρανδους γιατί ακούνε από χιλιόμετρα και κρύβονται και χαζά δεν είναι σε καμία περίπτωση. Μετά κατηφορίσαμε για την παραλία. Ναι, το Νεσόντεν έχει και παραλία η οποία είναι κούκλα και κάθε καλοκαίρι οι κάτοικοι την επισκέπτονται σε καθημερινή βάση. Στα αριστερά δυο ψαράδες με τις πετονιές τους και βαρκούλες μόνες να περιμένουν να αλλάξει η εποχή. Τα νερά παγωμένα. Μια βουτιά και αντίο. Στα δεξιά η μικρή παραλία που προανέφερα. Φαντάζομαι πως θα είναι το καλοκαίρι. Τα παιδιά να βουτάνε στο νερό ευτυχισμένα και οι μεγάλοι να απολαμβάνουν το δώρο που τους έδωσε ο θεός τη μητέρα φύση. Στην επιστροφή σταθήκαμε τυχεροί γιατί επιστρέψαμε με ωτοστόπ. Ήτανε αδύνατο να ανεβούμε όλη αυτή την ανηφόρα. Το τσιγάρο βλέπεις. Ο οδηγός ευγενέστατος. Μας ρώτησε από πού είμαστε και όταν είπαμε Ελλάδα είπε «εκεί έχετε πάντα καλοκαίρι».

Επιστροφή στο σπίτι με το τετραδιάκι μου αγκαλιά δώρο της Κατερίνας για να γράφω. Κοίταζα έξω από το παράθυρο και χανόμουν. Έβλεπα το απαλό γκρι του ουρανού που συνέχεια αλλάζει και τα δέντρα που καμαρώνουν και το χιόνι. Πόσο χιόνι θεέ μου. Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τόσο πολύ χιόνι. Και αυτό το υπέροχο και πεντακάθαρο οξυγόνο που εισπνέω και γεμίζω από ενέργεια. 

Oslo by night. Ο Μίμης μας είχε υποσχεθεί να μας δείξει τη νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας. Και το έκανε πράξη. Μας πήγε στο Victoria jazz hall. Ένα μεγάλο καμπαρέ / μπουρλέσκ / μουσική σκηνή / θέατρο / όλα μαζί. Σκεφτόμουν ποιες παραστάσεις θα μπορούσα να ανεβάσω εκεί μέσα. Αμφιθεατρικά καναπεδάκια, στρωμένη μοκέτα, μικρά λαμπατέρ. Ο καλλιτεχνικός πολυχώρος των ονείρων μου. Φυσικά εκεί δεν κάπνιζε κανείς. Ο κόσμος ήταν όλων των ηλικιών. Από 21 και πάνω. Σε όλα τα μαγαζιά υπάρχουν πορτιέρηδες που ζητάνε ταυτότητα. Εκεί όλοι πίνουν πολύ μέχρι αηδίας και πολλές φορές ξεφεύγουν. Γι’ αυτό στις τρείς τα ξημερώματα όλοι βάζουν λουκέτο και δεν βρίσκεις ούτε περίπτερο ανοιχτό. Όταν άρχισε το live εμείς είχαμε ήδη τελειώσει τον πρώτο γύρο και την κάναμε για το «London» το πιο διάσημο στέκι του Όσλο. Στο υπόγειο οι θαμώνες άνω των 60 παίζανε μπιλιάρδο και σκάκι και στο ισόγειο οι νεότεροι να χορεύουν και να πίνουν και να βγαίνουν έξω για τσιγάρο και ξανά μπύρες και χορός. Τα αγόρια μέσα από το μπαρ αμίλητα και ακούνητα. Βαρεμάρα; Ίσως. Πόζα; Μπα… και ο λόγος; Καλά, για τον dj ούτε που το συζητώ. Άλλα ντ’ άλλα της Παρασκευής το γάλα. Περίμενα πότε θα ξεκινήσει το λαϊκό πρόγραμμα (χα χα χα). Βγήκαμε έξω για τσιγάρο και μετά την κάναμε για το σπίτι. Η βραδιά είχε μια πινελιά κιτς αλλά μας άρεσε. Όλοι ήτανε κομμάτια. Εγώ ήπια μπύρες αλλά δεν μέθυσα. Δεν μεθάς ποτέ με μπύρα γιατί την κατουράς.


Την Κυριακή μας τη βάρεσε να δούμε ένα σπίτι που ήταν Til Salgs (προς πώληση). Το όλο σκηνικό θα ήταν άνετα και κωμωδία στο σινεμά. Τα πάντα ήταν από ξύλο εκτός από τα είδη υγιεινής και τις ηλεκτρικές συσκευές. Εμένα μου άρεσε η σοφίτα πάνω από το γκαράζ – αποθήκη. Τόσο μεγάλο σπίτι τι να το κάνω; Το μέγεθος είναι το πρόβλημα βλέπεις και όχι το οικονομικό. 1.000.000 ευρώ. Μόνο; Μόνο! (πάλι χα χα χα). Δεν τρελάθηκα. Καλύτερα να τα σπάσω στα μπουζούκια. Τώρα που είπα μπουζούκια, το Όσλο δεν έχει τέτοια πράγματα, αν έκανα την κίνηση θα τους άρεσε άραγε; Πάω παρακάτω.

Η Κατερίνα μας πήγε σε ένα υπέροχο μαγαζί δίπλα στη θάλασσα. Ο ουρανός θυμωμένος. Κρύο δεν έκανε αλλά το γκρι υπήρχε. Δεν ήταν όμως το γκρι που σε μελαγχολεί. Το συνηθίσαμε. Η καφετέρια είχε και γλυκά αλλά και φαγητό. Η Κατερίνα μας κέρασε. Πιάσαμε την κουβέντα για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Δυσάρεστη κουβέντα. Μαύρη η Ελλάδα. Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον θα βάλουμε όλοι το χεράκι μας να τη γεμίζουμε με χρώματα. Μετά αρχίσαμε τα αστεία και ανεβήκαμε στη σοφίτα η οποία προς μεγάλη μου έκπληξη ήταν με βιβλιοπωλείο με πολύ παλιά βιβλία. Αγόρασα τρείς τόμους με όλα τα έργα του Ίψεν έκδοση 1906 μόνο 90 κορώνες. Τι πιο όμορφο ενθύμιο από τη Νορβηγία; Επιστρέψαμε σπίτι. Η Κατερίνα έκανε πάλι τα μαγικά της. Τηγανιτά αυγά, αλλαντικά, μαύρο ψωμί και άλλα πολλά. Δεν θα πω ότι τσιμπήσαμε. Θα ήταν ψέματα. Φάγαμε μέχρι σκασμού. Μέχρι να πούμε φτάνει! Αλλά πώς να το πεις με το στόμα γεμάτο;

Κοιτάζω έξω. Ακόμα γκρι ο ορίζοντας. Τους πηγαίνει αυτό το χρώμα. Είναι ωραίοι άνθρωποι. Δεν έχουνε προβλήματα. Δεν αγχώνονται με το παραμικρό. Δεν παίρνουν φόρα και κοπανάνε το κεφάλι τους στον τοίχο. Το ίδιο απόγευμα ήμασταν καλεσμένοι στο σπίτι του Γιώργου και της Χάνα. Ένα όμορφο και φιλόξενο σπίτι. Όλοι φάγανε Σολωμό με πατάτες και εγώ πιστός στο κοτόπουλο με μανιτάρια. Καθώς τρώγαμε τραγουδούσαμε τις μεγάλες επιτυχίες της Eurovision. Μετά το γλυκό ο Γιώργος μας διασκέδασε με το μπαγλαμαδάκι του και εν συνεχεία χορεύαμε το la isla bonita από διάφορα live της Madonna. Μου είχε μείνει απωθημένο από το προηγούμενο βράδυ που το ζήτησα στον dj αλλά δεν μου έκανε το χατίρι.

Την προτελευταία μέρα οι ώρες τρέχανε πανικόβλητες. Φεύγανε μέσα από τα χέρια μας κι εμείς προσπαθήσαμε να τις πιάσουμε. Άδικος κόπος. Με τον χρόνο δεν τα βάζει κανείς. Ούτε ο ίδιος ο θεός. Πήραμε πάλι το καραβάκι. Πίσω από το μεγάλο δημαρχείο κάτσαμε σε ένα οικολογικό café. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Τα τελευταία ψώνια. Αναμνηστικά μαγνητάκια και ένα ωραίο λεύκωμα με φωτογραφίες. Περπατήσαμε για αρκετή ώρα. Φάγαμε σε ένα εστιατόριο. Οκ μερίδες, οκ και οι τιμές. Συνεχίσαμε τον περίπατο. Αναζητούσαμε ένα «πολύχρωμο» βιβλιοπωλείο. Κάναμε γύρους τα τετράγωνα αλλά είχαμε πεισμώσει. Ρωτάγαμε περαστικούς αλλά κανείς δεν το ήξερε. Όταν – επιτέλους – το βρήκαμε αυτό είχε βάλει λουκέτο. Πλατεία του Εθνικού θεάτρου. Μια πανέμορφη πλατεία – πεντακάθαρη – με πολλά δέντρα και δραστηριότητες για τα παιδιά. Παγωτό και καφές. Γενικά, όλες τις μέρες, έπεσε πολύς καφές. Ζεστός πάντα με μαύρη ζάχαρη. 

Το Όσλο έχει τα πάντα και είναι όλα οργανωμένα. Έχει το οξυγόνο που σου ανεβάζει τη διάθεση. Τα ελάχιστα αυτοκίνητα που σέβονται τους πεζούς. Μια ανθρώπινη πόλη που με την ενέργειά της σε κρατά σφιχτά από το χέρι και σου λέει «Μείνε λίγο ακόμη…». Σκεφτόμασταν την επιστροφή στην Αθήνα και μας έπιανε ναυτία. Ναι, η Αθήνα έχει τα πάντα αλλά το κέντρο του κόσμου δεν είναι η Αθήνα. Υπάρχουν και άλλες πρωτεύουσες που αξίζει να τις επισκεφθεί κανείς για να δει πως ζούνε οι άνθρωποι εκεί. Υπάρχουν πολλά πράγματα να δεις και πρέπει να τα δεις γιατί μια ζωή έχουμε. Μία και μοναδική.

Αξίζει να κάνεις ένα ταξιδάκι αναψυχής στη βόρεια πλευρά της Ευρώπης, στην άλλη άκρη του ονείρου, εκεί που αγγίζεις τα σύννεφα και φλερτάρεις με τον ήλιο (κι ας έχει τα μάτια του κολλημένα στη Μεσόγειο…).

Υ.Γ Μίμη, Κατερίνα, Θάνο, Μελίνα/Ισμήνη σας ευχαριστούμε για την φιλοξενία. Αυτό το ταξίδι θα μας μείνει αξέχαστο. Ο θεός να σας έχει καλά.

Σημειώσεις

Οι Νορβηγοί ψήφισαν 2 φορές όχι για να μπούνε στην ΕΟΚ.
Οι Νορβηγοί υιοθετούν παιδιά από άλλες χώρες πολύ συχνά.
Οι Νορβηγοί έρχονται πρώτοι στη κατανάλωση καφέ.
Όταν σπουδάζουν τους δίνει το κράτος δάνειο και όταν βρουν δουλειά το ξεχρεώνουν από τον μισθό τους.
Στη Νορβηγία υπάρχει υπουργείο παιδιού για την προστασία του.
Η ανεργία αγγίζει με το ζόρι το 3%!!!
Τα φιόρδ πρέπει να τα επισκεφθείς Άνοιξη προς Καλοκαίρι που είναι όλα ανθισμένα.
Είναι φυσιολάτρες. Αγαπούν τα δάση. Κάνουν συνέχεια εκδρομές και κατασκηνώνουν.
Πολύ καλές συνθήκες εργασίας. Τα αφεντικά δεν είναι καβαλημένα καλάμια. Έχουν ίσα δικαιώματα με τους εργάτες.
Το καλοκαίρι αργεί να νυχτώσει. Βάζουν στα σπίτια τους χοντρές κουρτίνες.
Η Νορβηγία φημίζεται για την οργάνωση, την καθαριότητα, την ποιότητα ζωής.
Στα σχολεία δεν υπάρχει ρατσισμός.
Οι κάτοικοι της χώρας χαμογελάνε πάντα. Πολλές φορές και χωρίς λόγο.

Αλήθεια. Σε έπεισα;
     
                                                  

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ΑΡΙΣΜΑΡΙ & ΑΒΑΡΣΑΜΟ



Τώρα που με διαβάζεις θα λες «πάει αυτός τρελάθηκε τελείως»… όχι, μια χαρά είμαι, στα καλύτερά μου που λέει και το τραγούδι. 

Αύριο Αγίου Βαλεντίνου, σήμερα γουστάραμε να γιορτάσουμε. Έτσι μας τη βάρεσε. Κυριλέ γιατί η φτώχια θέλει καλοπέραση…

Πήγαμε στο καλύτερο μαγαζί του Γαλατσίου:

Αρισμαρί & Αβάρσαμο το όνομά του… βάλσαμο σου λέω βάλσαμο.

Διακόσμηση; Μενού; Εξυπηρέτηση; Όλα καλά και όλα ωραία εως πάρα πολύ ωραία…

Φάγαμε πολύ: σαλάτα με πατάτες και δεντρολίβανο, κολοκυθόπιτα σπέσιαλ, ποικιλία που είχε τα πάντα…

Ήπιαμε κάτι σαν σαμπάνια με τέλεια γεύση που χτυπά τρελά στο κεφάλι και σε κάνει να θές να ανέβεις πάνω στο τραπέζι...

Και ακούγαμε ωραία τραγούδια
Και πίναμε και τρώγαμε και τραγουδούσαμε…

Τι όμορφη που είναι η πουτάνα η ζωή…

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ – ΜΕΖΕΔΟΠΟΛΕΙΟ
ΑΡΙΣΜΑΡΙ & ΑΒΑΡΣΑΜΟ
Σύρου 13 – 15, Γαλάτσι
210 2923401
www.arismari-avarsamo.gr  

Αγάπη και Cuba Libre του Γιώργου Σκύβαλου

Θα αφήσω τους προλόγους και θα μπω κατευθείαν στο ψητό… όπως κάνω πάντα. Διάβασα ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο φρέσκο, σύγχρονο, μοντέρνο, γρήγορο, άμεσο. Διάβασα το πρώτο βιβλίο του ταλαντούχου συγγραφέα Γιώργου Σκύβαλου «Αγάπη και Cuba Libre» που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «οσελότος». Έπαθα την πλάκα μου γιατί μπερδεύτηκα. Νόμιζα ότι γράφτηκε από δύο διαφορετικούς ανθρώπους. Έναν ρομαντικό και έναν χυδαίο, πρόστυχο και σέξι. Αυτό ναι, είναι ταλέντο! Όχι κάτι άλλες παπαριές, πολυδιαφημιζόμενες που δεν φτάνεις ούτε καν στην πέμπτη σελίδα. Σε πιάνει ναυτία και κλαίς τα λεφτά σου. Ναι, η Ελλάδα θέλει νέο αίμα και υπάρχει αυτό – όχι στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Μπορείτε να το διαβάσετε και να μου πείτε αν έχω δίκιο ή άδικο. Μπράβο στο αγόρι. Έχει να γράψει πολλά ακόμη… γι’ αυτό είμαι σίγουρος!!!