Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Βιέννη (ταξίδι αστραπή)



Και γιατί να βάλω άλλο τίτλο; Ψέματα είναι; Εκεί πάμε. Για λίγο, αλλά εκεί είναι ο προορισμός μας. Ναι, σκέφτομαι κάτι για τίτλο, ένα χιτάκι, κάτι μικρό και έξυπνο, αλλά η λέξη Βιέννη μου αρέσει πιο πολύ. Άντε, το πολύ πολύ στα αριστερά να κότσαρα τη λέξη Αθήνα, οπότε θα γινόταν Αθήνα – Βιέννη. Πολύ πρωτότυπο. Τι να σου πω. Τώρα, όσον αφορά το «ταξίδι αστραπή» θα κάνεις λίγο υπομονή και όταν διαβάσεις όλη την ιστορία, θα καταλάβεις…
Η ιδέα ήταν της φίλης μου της Βαρβάρας. Πολύ μα πάρα πολύ ωραία ιδέα. Ναι, να ταξιδέψουμε στην Ευρώπη, ναι, να επισκεφθούμε την πρωτεύουσα της Αυστρίας. Και ερωτώ: Αν χαθούμε; Το αεροπλάνο εννοώ που θα μας πάει μέχρι εκεί, αν χαθεί και ταυτόχρονα μας χάσουν απ’ τον χάρτη; Τι θ’ απογίνουμε; Διότι, αφού χάθηκε μια φορά ένα ολόκληρο αεροπλάνο και μάλιστα πρόσφατα, τι είναι αυτό που το αποκλείει να εξαφανιστεί ακόμα ένα;
Α πα πα (κάνει η πάπια). Τι με έπιασε ξαφνικά; Και πετάμε στα 36.000 πόδια. Και θέλω να κατέβω. Θέλω επίσης να καπνίσω δυο πακέτα μαζί. Θέλω να πάω και στο βε σε αλλά σιχαίνομαι. Το ρήμα «θέλω» στο κλείνω για πλάκα αυτή τη στιγμή. Κουνάει το αεροπλανάκι. Κουνιόμαστε κι εμείς, πέρα δώθε, σαν μίλκ σέικ! Και, πίστεψέ με, δεν έχω καμιά τέτοια όρεξη με τη τζίμπλα στο μάτι να χορεύω Macarena. Ναι, πλύθηκα το πρωί, αλλά δεν χορεύω που να γυρίσει το ιπτάμενο τούμπα. Άντε πάλι, τι σκέψεις είναι αυτές στα καλά καθούμενα; Πάλι καλά να λες που τις λέω από μέσα μου, αλλιώς θα προκαλούσα πανικό, το μόνο σίγουρο…
Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο και το βλέμμα μου χάνεται στο άπειρο. Ένα δυνατό φως διώχνει όλες τις σκέψεις. Η Βαρβάρα ακούει μουσική. Προσπαθώ να διακρίνω τα σύννεφα. Δεν είναι μεγάλη αδικία; Να φτάνεις μέχρι εδώ πάνω και να μη μπορείς ν’ αγγίξεις τα σύννεφα. Τι κωλόφαρδα που είναι τα πουλιά. Όλων των ειδών. Πάντα τα ζήλευα. Κατεβαίνουν στη γη μόνο για φαγητό και μετά εξαφανίζονται. Ότι φάνε, ότι πιούνε, κι ότι αρπάξει ο κώλος τους. Αυτό λέγεται ζωάρα!
Σε 200 μίλια φτάνουμε γράφει η μικρή οθόνη. Ο κύριος δίπλα μου κοιμάται. Πρέπει να είναι πολύ πλούσιος γιατί το ρολόι/κοτρώνα κοστίζει μια περιουσία. Και σκάει η απορία: Αφού το φυσάει, γιατί δεν ταξιδεύει με μπούζινες κλάςς; Άλλος ρατσισμός από κει. Διαχωρισμός φραγκάτων και μη. Η αεροσυνοδός μου έφερε κι άλλο καφέ. Από μέσα της είμαι σίγουρος ότι με βρίζει. Δεν με νοιάζει. Στον τρίτο είμαι; Στον τέταρτο; Έχασα το μέτρημα. Δεν μ’ έχουνε πιάσει. Φοβερό;
Και να η ανακοίνωση ότι θα υπάρξουν πιθανές αναταράξεις και να μείνουμε δεμένοι στις θέσεις μας. Όχι, άντε και πες ότι σηκώνομαι να δείξω το μπόι μου. Που θα πάω ο Χριστιανός; Μέχρι που θα φτάσει η χάρη μου; Για την ώρα και για τις επόμενες δυόμιση μέρες στην όμορφη Βιέννη. Και τώρα προσγείωση (νεύρααααα)!
Κοιμήθηκα το αγόρι. Κορμάρα και μυαλό θέλανε ξεκούραση. Τρείς ώρες γεμάτες. Πήραμε το μετρό, βρήκαμε το ξενοδοχείο, ανεβήκαμε στο δωμάτιο, αλλάξαμε ρούχα, περπατήσαμε, βρήκαμε super market, προμηθευτήκαμε νερά και φρούτα, τσάκισα Μακ, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, κάναμε μπάνιο και κοιμηθήκαμε πριν πούμε το τραγουδάκι πάρε με ύπνε πάρε με… 
Όχι, όνειρα δεν είδα. Όταν είμαι κουρασμένος δεν βλέπω όνειρα. Ούτε το ροχαλητό μου ακούω που σφυρίζει λες και περνάνε δέκα τρένα ταυτόχρονα. Ξύπνησα, λοιπόν, και το τοπίο γκρίζο που έλεγε ένα τραγούδι. Ανοίξανε οι ουρανοί. Μιλάμε για κατακλυσμό, όχι αστεία. Το νερό να χτυπάει με βία τ’ αυτοκίνητα και τη λεωφόρο. Όλα γκρι, υγρά και κρύα. Πήρα έναν καφέ. Φίλτρου φυσικά. Έκανα αρκετά τσιγάρα. Στο ξενοδοχείο απαγορεύεται το κάπνισμα, παντού. Πολλά νεύρα. Καιρός είναι αυτός; Η βροχή ευτυχώς σταμάτησε. Οι δρόμοι πλύθηκαν.
Φορέσαμε ανοιξιάτικα ρούχα. Μέγα λάθος. Είδαμε τον ήλιο μετά τη βροχή και τη πατήσαμε. Περπατήσαμε μέχρι το μετρό και σε δέκα λεπτά βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης. Μαγεία. Κάτω απ’ τα πόδια μας ο Δούναβης. Τα πλωτά πλοιάρια περιμένανε τους τουρίστες για να τους προσφέρουν μια όμορφη και χαλαρή βόλτα. Το κέντρο σε κάθε τετράγωνο, σε κάθε γωνιά, παραμένει μαγεία. Ο δυνατός αέρας που σήκωνε τα φύλλα και οι στάλες της βροχής μας υπενθύμιζαν πως το καλοκαίρι κάπως έτσι το ζούνε οι Αυστριακοί.
Η Βαρβάρα έκανε τα αδύνατα δυνατά να με ξεναγήσει σε όσα περισσότερα μέρη γινόταν. Ο χρόνος της παραμονής μας ελάχιστος οπότε τα πάντα τα κάναμε γρήγορα. Η καλύτερη γυμναστική. Μου έδειξε τα μουσεία, την όπερα, το δημαρχείο, τη βουλή (πιστό αντίγραφο της δικής μας), τα πάρκα και τις θεόρατες πλατείες.
Μπήκαμε στο τραμ. Κοιτούσα τους ντόπιους. Δυσκοίλιοι άνθρωποι. Μουτζούφληδες. Δεν χαμογελούσε κανείς. Με αυτόν τον καιρό, πώς να σκάσει το χειλάκι;
Φτάσαμε στο Αχείλλιον. Ελληνικό εστιατόριο. Στο υπόγειο είχαν στήσει γλέντι. Μου γνώρισε τον Λάμπη. Θεσσαλονικιός που ζει μόνιμα στη Βιέννη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είναι δάσκαλος χορού. Μαθαίνει τους Αυστριακούς Ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Καλός, πολύ καλός. Πολύ μεράκι και λεβεντιά. Τον έκαναν και γραμματόσημο!
Τσακίσαμε ένα μπιφτέκι με πατάτες τηγανιτές και σαλάτα. Χορέψαμε ένα γρήγορο Καλαματιανό. Το μπιφτέκι μου βγήκε απ’ τη μύτη. Ακολούθησε βραδινός περίπατος στο κέντρο της πόλης. Ο μεγάλος εμπορικός πεζόδρομος, το στενό των Ελλήνων, η επιβλητική καθολική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Φθηνά νούντλς με κοτόπουλο. Το δικό τους βρώμικο που τρώγεται μετά μανίας. Αν κάνεις τη γουρουνιά να την κάνεις σωστά. Επιστροφή στο ξενοδοχείο. Οριζοντιώθηκα. Όνειρα γλυκά…
Το πρωί πολλά τσιγάρα και ζεστός καπουτσίνο. Νύσταζα. Γιατί άραγε; Τα μάτια μας δεν ανοίγανε με τίποτα. Ο καιρός κρύος. Ο ήλιος απλός κομπάρσος. Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Γαμω το. Θα περάσω τέλεια. Πρέπει να περάσω τέλεια. Αξέχαστα! Έστω κι αυτές τις 24 ώρες που μας απομένουν. Ήπιαμε κι άλλο καφέ. Τι να κάνει ο ένας;
Περπατήσαμε στο κέντρο. Πολύ όμορφο και πεντακάθαρο. Πολύ πράσινο και πολλά μαγαζιά. Ακριβά μαγαζιά. Ναι, είχε Zara και H&M αλλά έφτασα και έξω από τον οίκο Versace! Έμεινα μάρμαρο. Μια γρήγορη ματιά στη γυναικεία βιτρίνα και πέντε μέτρα πιο κει έμεινα στήλη άλατος. Οι περαστικοί με κοίταζαν και μου πέταγαν κέρματα. Όσα και να μάζεψα πάντως τη μπλούζα που μου έκλεινε πρόστυχα το μάτι ήτο αδύνατο να τη κάνω δική μου. 280ευρώ παρακαλώ. Ξέρεις πως μπορώ να αξιοποιήσω τόσα χρήματα; Πέρασαν είκοσι λεπτά, μπορεί και παραπάνω. Η Βαρβάρα ήρθε και με μάζεψε.
Μπήκαμε στο Manner. Οι πιο διάσημες γκοφρέτες της Αυστρίας. Αγόρασα αρκετές για τα αγαπημένα μου ανιψάκια. Μας κέρασαν και με γεύση μπανάνα, να’ ναι καλά οι άνθρωποι. Μια στάση μετά εισβάλαμε στο DM ένα τύπου μάρκετ που έχει απ’ όλα. Και ναι, είναι γεγονός, δεν πήρα απορρυπαντικά, ούτε τροφή για γάτες, αλλά πολλές οδοντόκρεμες και μια μαγική οδοντόβουρτσα που κάνει θαύματα! Το όνομά της: Doctor Best και δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα ακόμα και νερό με γεύση φράουλα! Τέλειο; Τέλειο!
Αράξαμε σε μια όμορφη πλατεία. Φάγαμε πάλι Μακ. Βγάλαμε φωτογραφίες. Ο ήλιος προτεινόμενος για Oscar ‘α ανδρικού ρόλου. Ο κόσμος έτρεχε. Οι τουρίστες χαλαροί μαζί τους κι εμείς. Επιστροφή στο ξενοδοχείο. Το δωμάτιο minimal μέχρι αηδίας. Είχε τα απολύτως απαραίτητα. Ευτυχώς άστραφτε από καθαριότητα. Ένας γρήγορος υπνάκος. Ούτε δυο ώρες. Με το σταγονόμετρο.
Το βράδυ, μαζί με τον Λάμπη, δειπνήσαμε σε ένα άλλο Ελληνικό εστιατόριο, εκτός κέντρου, την «Αμβροσία». Αρχίσαμε τα ούζα. Πλωμάρι. Σταθερή αξία. Ήρθανε και οι μερίδες. Κουβέντα καλλιτεχνικού περιεχομένου. Ο Θοδωρής είναι απ’ τα Τρίκαλα. Δουλεύει σερβιτόρος εκεί και έχει και δική του θεατρική ομάδα και ανεβάζει παραστάσεις.  Μπράβο του! Η ώρα πέρασε ευχάριστα…
Φύγαμε με το τελευταίο τραμ. Προλάβαμε, για καλή μας τύχη, και το τελευταίο μετρό. Εκεί σε ταξί δεν μπαίνεις. Παγκόσμιο το φαινόμενο. Επίσης δεν κάνεις το αστείο να πετάξεις κάτω αποτσίγαρο γιατί αν σε δει αστυνομικός τρως πρόστιμο που είναι όλο δικό σου. Επίσης απαγορεύεται αυστηρά να κατουράς δημόσια. Οι τουαλέτες λειτουργούν με κέρμα. Αυτό πάλι δεν το κατάλαβα. Και δεν είμαι ξανθός. Το ξέρουνε και οι πέτρες. Πίνουνε μπύρες, νερά, red bull, τα κέρατά τους, κι αν θέλουνε πι πι; Που πηγαίνουν;
Ήθελα μια μπύρα. Δεν την είχα. Τα πάντα κλειστά. Τα πάντα όμως. Ευτυχώς είχαμε τσιγάρα. Ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Που να φτιάξουμε βαλίτσες με τόση κούραση; Κοιμηθήκαμε. Αμέσως όμως. Το πρωί, φυσικά, κομμάτια. Πόνοι στα πόδια και στη μέση. Φτιάξαμε τα πράγματά μας. Άρχισε η περιπέτεια. Το ταξίδι αν δεν έχει ανατροπή δεν έχει και γλύκα. Ήπιαμε καφεδάκι, τσιγαράκια, τα γνωστά. Τραβήξαμε κι άλλες φωτογραφίες (ναι, αν ακόμα είχαμε φιλμ θα είχα γεμίσει τουλάχιστον είκοσι, άνετα).
Πήραμε το μετρό. Στη συνέχεια κι άλλο μετρό και μετά το τρένο. Πήγαινε αργά και σταματούσε χωρίς λόγο. Νεύρα και αγωνία. Καταφέραμε και φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Εγώ στην ουρά, η Βαρβάρα σε μια πρίζα να προσπαθεί να φορτώσει το κινητό της. Η ώρα περνούσε βολίδα. Μια ευγενέστατη κυρία άρχισε να φωνάζει: Volos?
Τα πάντα σε χρόνο dt! Καλώ τη Βαρβάρα στο κινητό, έρχεται τρέχοντας, δίνουμε βαλίτσες, μας δίνουν τα εισιτήρια, χτυπάμε στα όρθια από ένα Burger King, μισή απόλαυση, μπαίνουμε σε μια μικρή καμπίνα κάνουμε δυο τζούρες. Οι αεροσυνοδοί της Aegean κάπνιζαν και μιλούσανε για τα δικά τους. Έχουν κι αυτές προβλήματα.
Gate C 33. Ψάχνουμε να τη βρούμε. Δεν περπατάμε. Τρέχουμε. Τη βρίσκουμε κι εκεί γαμιέται ο Δίας. Η πύλη άλλαξε τελευταία στιγμή. Γαμώ την τύχη μας. Τρέχαμε λες και μας κυνηγούσε η αστυνομία. Λες και παίζαμε σε ταινία δράσης. Μπροστά η Βαρβάρα, πίσω εγώ. Καπνίζουμε και οι δυο. Πόσο γρήγορα να τρέξουμε; Χαμός στο ίσωμα. Σκουντάγαμε ανθρώπους, τους πατάγαμε, τους σπρώχναμε και ούτε μια συγγνώμη. Το αεροπλάνο να προλαβαίναμε και μετά χίλιες συγγνώμες.
Φτάσαμε με τη ψυχή στο στόμα και λίγο πριν το έμφραγμα. Οι καρδιές μας να χτυπούν δυνατά. Μπήκαμε στις πεντακάθαρες τουαλέτες. Φλερτάραμε με τα δευτερόλεπτα. Περάσαμε τον έλεγχο. Μπήκαμε στο λεωφορείο. Μας οδήγησε στο αεροπλάνο. Τελευταίες φωτογραφίες από τη μαγευτική Βιέννη. Ανεβήκαμε τη σκάλα. Μπήκαμε στο αεροπλάνο. Θεέ σ’ ευχαριστούμε. Καθίσαμε. Ακόμα λαχανιασμένοι. Το σιδερένιο πουλί απογειώθηκε. Θλίψη. Γιατί τόσο λίγο;
Μας πρόσφεραν καφέ και μισό του μισού τοστ.
-Πρόσεξε μη βαρυστομαχιάσεις… της είπα. Μας έπιασε νευρικό γέλιο. Πήγα στο βε σε και ανακάλυψα μικρά διαφημιστικά σαπουνάκια. Αποχωρισμός. Θα τα κρατήσω όλα για τη κορμάρα μου.
Φτάσαμε στο Βόλο. Η άσφαλτος να καίει. Από τους 10 στους 40. Εκεί να δεις ταλαιπωρία. Πήραμε κτελ για να πάμε στα κτελ. Βγάλαμε εισιτήρια για Αθήνα. Αγαπημένος Βόλος. Αγαπημένο Πήλιο. Αυτό το καλοκαίρι θα μου μείνει αξέχαστο. Καθίσαμε σε δροσερό μέρος. Φάγαμε σουβλάκια. Ήπια παγωμένο φραπέ και έκανα πέντε τσιγάρα μαζεμένα. Επιβιβαστήκαμε. Το air condition στο φουλ. Κάναμε και μια στάση. Και μια δεύτερη μόνο για πάρτη μας. Θέλαμε κατούρημα. Η φύση βλέπεις.
Η Βαρβάρα ακούει μουσική. Εγώ σκέφτομαι τι μας περιμένει. Που ήμασταν και που πάμε. Μια καυτή Αθήνα. Μια πόλη αληθινό καμίνι. Με αμέτρητους τουρίστες να την επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι. Να βγάζουν φωτογραφίες τα μνημεία μας και τα σκουπίδια να έχουνε τον πρώτο ρόλο. Παντού σκουπίδια. Σε ολόκληρη τη Βιέννη δεν είδα πουθενά στοιβαγμένα σκουπίδια, τα πεζοδρόμια λάμπανε, δεν είδα άστεγους ή ανθρώπους που υποφέρουν απ’ τη πείνα.
Οι Έλληνες που μετανάστευσαν εκεί βρήκαν την υγειά τους. Δουλειές υπάρχουν. Μισθοί. Επιδόματα. Τα πάντα με αξιοπρέπεια.
Δεν φύγανε επειδή γουστάρανε.
Η ίδια η Ελλάδα τους έδιωξε.
Αυτά.-                        


   

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

koukidaki: Ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης για το "ΕΡΜΗ... ΜΗ!"

koukidaki: Ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης για το "ΕΡΜΗ... ΜΗ!": Το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία. Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ. Οι συγγραφείς έχουν μία μέρα για να...

koukidaki: Έφυγε νύχτα

koukidaki: Έφυγε νύχτα: Όλη η ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις σε καμία περίπτωση δεν έχουν να κάνουν με τη πραγματικότητα. Κων...

koukidaki: Το τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες...

koukidaki: Το τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες...: Τι είναι Το τελευταίο BOTOX; Πρόκειται για ένα βιβλίο που δε βρίσκεις στο βιβλιοπωλείο; (!?) Ας μας τα πει καλύτερα ο ίδιος....

koukidaki: Αντίο facebook!

koukidaki: Αντίο facebook!: Δεν σ’ αγάπησα ποτέ… Δεν σε αγάπησα! Αυτή είναι η αλήθεια! Καθόμουνα μαζί σου επειδή σε λυπόμουν. Φτάνει πια. Κουράστηκα! Αχ! Σε παρακ...

koukidaki: Η Μανίνα Ζουμπουλάκη για το "Φερμουάρ"

koukidaki: Η Μανίνα Ζουμπουλάκη για το "Φερμουάρ": Το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία. Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ. Οι συγγραφείς έχουν μία μέρα για να...

ΔΙΑΒΑΣΕ ΜΕ....



Η μάνα μας, της οποίας ούτε το όνομα δεν πρόλαβα να μάθω, δεν ήταν αυτό που λέμε «καθώς πρέπει». Φυσικά, δεν ήταν ράτσας και δεν μεγάλωσε μέσα σε σαλόνια. Οι λέξεις: κομμωτήριο, αφρόλουτρο, μανικιούρ, πεντικιούρ της ήταν εντελώς άγνωστες. Ποτέ δεν είχε ένα φιλόξενο σπίτι, ένα πιάτο μαγειρευτό φαγητό, μια ζεστή αγκαλιά, «ένα χάδι» που λέει και το τραγούδι. Δεν γούσταρε η ζωή της να είναι τακτοποιημένη σε κουτάκια. Δεν υπάκουε σε νόμους και σε πρωτόκολλα. Δεν είχε φίλες γιατί πίστευε ότι οι άλλες ήταν μεγαλύτερες σκύλες από αυτήν. Σκύλες στην ψυχή, σκύλες και στο σώμα. Η μάνα μας ήταν αλήτισα με κεφαλαίο Α από τις πιο διάσημες στην πιάτσα. Δεν φταίει εκείνη που έγινε «του δρόμου», η ζωή την ανάγκασε. Τάβλι, τσιγάρα, χαρτιά, φραπόγαλα. Αλώνιζε μερόνυχτα στους δρόμους και στα πεζοδρόμια της Βουρβουρούς. Έσερνε το κορμί της με τις ώρες χωρίς προορισμό. Μόνη, χωρίς ελπίδα, χωρίς σκοπό. Η Βουρβουρού είναι το πανέμορφο χωριό που κατάγομαι. Βρίσκεται μόλις δέκα χιλιόμετρα από τον Άγιο Νικόλαο  στη χερσόνησο της Σιθωνίας και από την πρώτη ματιά πλουτίζει την όραση με  εικόνες και ηρεμεί τον επισκέπτη με τη φυσική της γαλήνη. Δεύτερο πόδι της celebrity Χαλκιδικής.

Όποιος λέει ότι δεν ξέρει που πέφτει στο χάρτη η Χαλκιδική ψεύδεται ασύστολα. Είναι αληθινός παράδεισος. Πράσινα δέντρα παντού και ατέλειωτες μαγευτικές παραλίες με κρυστάλλινα νερά που καθρεφτίζονται στον απέραντο ουρανό. Σαν καρτ ποστάλ. Μάθημα Γεωγραφίας τέλος για σήμερα.
Η μάνα μας γυρνούσε από βορρά σε νότο κι από ανατολή σε δύση. Χάριζε το κορμί της σε κάθε άντρα που της έκλεινε πονηρά το μάτι. Ένα ποτό στα γρήγορα και καπάκι πίσω από τους θάμνους να δίνει απλόχερα ηδονή χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα. Ήτανε μεγάλο party animal. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Κανένας δεν την ήθελε επειδή είχε τη φήμη της «εύκολης». Έτσι, το ξημέρωμα της 14ης Ιουνίου γέννησε εννιά χαριτωμένα κουταβάκια (μακάρι να θυμόμουν την ώρα και τη σειρά που ξεπετάχτηκα, τώρα δεν θα βρω ποτέ τον ωροσκόπο μου). Μπάσταρδα. Ημίαιμα. Έτσι μας αποκαλούν. Σκέτη ρετσινιά! Θα μας ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή μας σαν σκιά. Κανένας δεν πρόκειται να μας πάρει στα σοβαρά. Μια ζωή στο περιθώριο. Άτιμη κοινωνία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους… anyway.

Οι ομοιότητες μεταξύ μας ελάχιστες. Φυσικό, αφού η μάνα μας πήγαινε με όποιον έβρισκε μπροστά της. Άλλος με μεγάλα αυτιά, τα κορίτσια με διαφορετική μύτη, άλλο ύψος, άλλο βάρος, διαφορετικά χρώματα και τρίχωμα. Καμία σχέση δηλαδή. Μετά από ένα μήνα η μάνα μας εξαφανίστηκε (χωρίς να μάθουμε το όνομά της). Καλά, ας μη μιλήσω για τον άφαντο πατέρα μας. Αυτόν δεν τον είδαμε ποτέ. Και το χειρότερο; Δεν ξέρουμε καν ποιος είναι! Μεγάλο παιδικοψυχοτραύμα. Γάμα τα.
Ο αφεντικός - γίγαντας - ιδιοκτήτης του σπιτιού στη Βουρβουρού, αν και οριακά υπέρβαρος, στέκεται στα δύο πόδια. Πως τα καταφέρνει; Εμείς στα τέσσερα και όχι για πολύ ώρα. Μας πιάνουν πόνοι στη μέση και στα γόνατα. Το γάλα θα φταίει. Ο γίγαντας λοιπόν, χωρίς να χάσει χρόνο, έβαλε παντού αγγελίες για να μας βρει άλλα σπίτια που ζούνε άλλοι γίγαντες. Ήθελε να μας ξεφορτωθεί και αυτός με τη σειρά του όπως έκανε και η μάνας μας.  Άχ, άκαρδη μάνα! Με τι καρδιά; Ποια καρδιά; Πέτρα έχεις στα σπλάχνα σου. Πέτρα! Δεν φοβάσαι που δεν θα πας στον παράδεισο; Που θα καείς στα άδυτα της κόλασης; Σε ποιο θεό πιστεύεις; Και όταν έρθεις face2face με τον Απόστολο Πέτρο τι δικαιολογία θα βρεις;  

Εγώ είμαι o κωλόφαρδος της ιστορίας. Η τύχη μου χαμογέλασε. Τότε κατάλαβα πως και τα κουταβάκια έχουν κι από έναν φύλακα άγγελο. Οι αγγελίες βρήκαν ανταπόκριση. Μια ηλιόλουστη μέρα ήρθανε με ένα παράξενο πράγμα που τσούλαγε πέντε γίγαντες. Τρείς αρσενικοί και δύο θηλυκοί. Θα περνάγαμε οντισιόν, κάτι τέτοιο κατάλαβα, και ο καλύτερος θα έφευγε μαζί τους. Δεν θέλαμε να φύγουμε από το σπίτι του γίγαντα. Εκείνος ήθελε να μας διώξει. Και τα κατάφερε.

Εγώ είχα ξυπνήσει από νωρίς για να προπονηθώ. Ήθελα να φύγω από τη Βουρβουρού. Όλο άσχημες εικόνες είχα στο μυαλό μου. Άσε τους ψύλλους που δεν λέγανε να πάρουν τον πούλο από πάνω μου. Δεν είμαι για τα σκουπίδια επειδή δεν είμαι ράτσας! Αξίζω ένα καλύτερο μέλλον. Και εγώ αλλά και τ’ αδέρφια μου. Έτρεχα, που λες, γύρω από το σπίτι για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια έκανα μερικές ασκήσεις εδάφους και έκατσα στον ήλιο να χαλαρώσω και να πιω το πρώτο γάλα της ημέρας. Μου αρέσει το γάλα αρκεί να μην είναι κονσέρβα. Τα μάτια μου καρφωμένα στη μεγάλη αυλόπορτα. Περίμενα με αγωνία και προσευχόμουν στον φύλακα άγγελό μου. Να φύγω, όσο πιο μακριά γίνεται. Σιγά σιγά άρχισαν να ξυπνάνε και τα υπόλοιπα αδερφάκια μου. Έπαιξα μαζί τους για αρκετή ώρα αλλά τα μάτια μου πάντα κολλημένα στην είσοδο του κήπου. Την ώρα που τελειώσανε το γάλα τους, τους μάζεψα όλους κοντά μου και έβγαλα λόγο τον οποίο είχα ετοιμάσει από βραδύς:

- Αδέρφια μου, αλήτες, σκυλιά! Όπως καταλαβαίνεται ο χρόνος μας τελειώνει. Οι δρόμοι μας από σήμερα χωρίζουν. Πρέπει να είμαστε δυνατοί. Πρέπει να μάθουμε να μη το βάζουμε κάτω! Ο Θεός έτσι ήθελε να γίνει κι έτσι έγινε. Σήμερα φεύγω εγώ, αύριο εσύ, μεθαύριο κάποιος άλλος. Μακάρι να είχαμε τη δύναμη και τον τρόπο να φεύγαμε όλοι μαζί από εδώ και να ταξιδεύαμε σε κάποιον ποιο φιλόξενο πλανήτη. Έναν καταπράσινο πλανήτη που να κατοικούν μόνο σκυλάκια και να απαγορεύεται η είσοδος στους κακούς γίγαντες. Δυστυχώς απ’ ότι έμαθα δεν υπάρχει τέτοιος πλανήτης. Να ξέρετε ότι σας αγαπώ πολύ και θα είστε κομμάτια της καρδιάς μου και του μυαλού μου. Σας εύχομαι ολόψυχα καλή τύχη. Συγχωρέστε τη μάνα μας. Δεν είναι κακιά. Ούτε ο κύριος γίγαντας είναι κακός. Ίσως, από αύριο, μια καλύτερη ζωή μας περιμένει. Ένα είναι το σύνθημά μας: Κοιτάμε μπροστά! (εκεί δάκρυσα και τα αδερφάκια μου τρέξανε να με αγκαλιάσουν). 

Τι να κάνουμε; Έτσι το ήθελε η μοίρα. Ποια μοίρα δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού το ήθελε μη δουλευόμαστε και μεταξύ μας τώρα. Τον καταλαβαίνω όμως. Μεγάλη ευθύνη εννιά κουτάβια. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και καμάρωνε πάνω από τα κεφάλια μας. Κατά τις τρείς το μεσημέρι κάνουν την εμφάνισή τους οι άγνωστοι γίγαντες. Εμείς είχαμε παραταθεί σε μια σειρά, ο ένας δίπλα από τον άλλον, λες και ήμασταν στο στρατό. Με το που σκάνε μύτη στην αυλόπορτα τρέχω με όλη μου τη δύναμη και γαντζώνομαι στα πόδια του πιο νορμάλ από τους τρείς τριχωτούς. Το ένστικτο με οδήγησε και ο Θεός να βάλει το χέρι του. Τα αδέρφια μου είχανε κλάσει πόμολα. Άλλα κλαίγανε, άλλα τρέχανε πανικοβλημένα, άλλα φωνάζανε την εξαφανισμένη μάνα μας, στην καρακοσμάρα τους μιλάμε. Τόση ώρα τους μιλούσα λέξη δεν κατάλαβαν. Εγώ ήθελα να επιβιώσω πάση θυσία. Έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω από την επαρχία, να κατέβω στη πρωτεύουσα και να κάνω καριέρα στο τραγούδι. Είναι πολύ της μόδας διάβασα σε ένα περιοδικό. Όλη η χώρα γεμάτη τραγουδιστές είναι. Αφού το κάνουνε οι γίγαντες γιατί να μη το κάνω κι εγώ; Που είμαι και original σκύλος. Δηλαδή όχι ράτσας. Τα ράτσας είναι καβαλημένα καλάμια, το είπαμε αυτό. Δεν ξέρουν από ζωή. Είναι πολύ μη μου άπτου! Εμένα μου είπανε ότι είμαι κάτι μεταξύ griffonterrie και Καναδέζικου κυνηγόσκυλου. Το terrie, νομίζω, μου πάει πιο πολύ. Αυτό θα γράψω στο βιογραφικό μου. Είναι πιο intellectuel! Και επανέρχομαι στο θέμα.

Ο νορμάλ μου φάνηκε πολύ οκ γίγαντας και πολύ προσγειωμένος. Ήτανε χαρούμενος, με γούσταρε, κι εγώ ήμουνα χαρούμενος. Αλλά η χαρά μου δεν κράτησε για πολύ. Ξαφνικά, και χωρίς να το καταλάβω, ένας τρελός και όχι και τόσο νορμάλ γίγαντας με τεράστια και κατάλευκα δόντια σαν αυτά του καρχαρία, με γραπώνει από το στομάχι και αρχίζει να χώνει το δάκτυλό του στο στόμα μου! Μου έρχεται να ξεράσω! Άρχισε να μιλάει με παιχνιδιάρικη φωνή λες και απευθύνεται σε κανένα βαρεμένο: 

- Ερμή; Τι κάνεις; Ερμή; Είσαι καλά;
- Όχι δικέ μου! Δεν είμαι καλά! Πώς να είμαι καλά; Έτσι που με κρατάς; 

Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Το γάλα να μου έχει ανέβει στο κεφάλι. Και με φώναζε και Ερμή. Ένα ποταπό όνομα με τέσσερα γράμματα. Μόνο. Και σε ρωτάω: Κολλάει αυτό το όνομα σε έναν σταρ σαν κι εμένα; Δεν το δέχομαι! Αρνούμαι! Ζαμέ! Σου έχω εγώ καλλιτεχνικά ονόματα από Έψιλον ένα σωρό: Ευλάμπιος, Έκτορας, Ετεοκλής, Ευριπίδης, Ευκλείδης. Αν και έμαθα ότι ο Ερμής, στην αρχαία Ελλάδα ήτανε ο ταχυδρόμος των αθανάτων. Δώδεκα στον αριθμό. Γι’ αυτό δεν βγάζανε άκρη. Μετά ήρθε η κρίση κι έμεινε μόνο ένας. Μεγάλη η χάρη του! Ένα πουλάκι μου είπε ότι ο Ερμής στις φωτογραφίες έχει καλλίγραμμο σώμα, είναι ξανθός με μπλε μάτια και έχει χρυσά φτερά στο κεφάλι και τους αστραγάλους. Πολύ top model μου κάνει ο τύπος. Και πολύ gay! Ας πάει το παλιάμπελο. Αν είναι να κάνω καριέρα στη πρωτεύουσα και να με λένε Ερμή το δέχομαι. Αρκεί να βγαίνω στη μία μετά τα μεσάνυχτα και το όνομά μου να φιγουράρει πρώτο στη μαρκίζα.

Οι γίγαντες φύγανε. Έπρεπε να βρούνε pet shop για να προμηθευτούν τα απαραίτητα για το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι. Το οποίο ναι, ήτανε πολύ κουραστικό και πολύ μα πάρα πολύ μεγάλο…


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΕΡΜΗ...ΜΗ" ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Κωνσταντίνα, Πλούταρχος "Η Καρδιά μου είναι ζαλισμένη"

Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΤΟ ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΙΣ 7/7

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ η δική μας η αγάπη
Η αγαπημένη μου τραγουδίστρια έρχεται στη γειτονιά μου για μια μαγική συναυλία τη Δευτέρα 7 Ιουλίου στις 21:30 στο ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΙΚΑΙΑΣ.
Μαζί της οι: Βασίλης Καρράς, Γιάννης Πλούταρχος, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Κωνσταντίνος Χριστοφόρου, Χάρης Χαλκίτης,
Α & Χ Κωνσταντίνου, Παιδική Χορωδία Δ.Νίκαιας, Alma Danza.
Special Guest Κώστας Χατζής. 

Η προπώληση ξεκίνησε...

koukidaki: Έφυγε νύχτα

koukidaki: Έφυγε νύχτα: Όλη η ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις σε καμία περίπτωση δεν έχουν να κάνουν με τη πραγματικότητα. Κων...

koukidaki: Το τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες...

koukidaki: Το τελευταίο Botox και άλλες ιστορίες...: Τι είναι Το τελευταίο BOTOX; Πρόκειται για ένα βιβλίο που δε βρίσκεις στο βιβλιοπωλείο; (!?) Ας μας τα πει καλύτερα ο ίδιος....

ΑΙΓΑΛΕΩ - ΝΙΚΑΙΑ (με τα πόδια φυσικά…)



Φυσικά η λέξη «Φυσικά» εισέβαλε στη ζωή μου από μόνη της χωρίς καν να με ρωτήσει η γαϊδούρα. Ναι, το ότι κάνω ποδήλατο το ξέρουνε και οι κότες και με κουτσομπολεύουν κάθε πρωί αφού έχουν γεννήσει τα αυγά τους. Είναι μεγάλες τσιγκούνες και δεν μου στέλνουνε ποτέ αυγά. Εντάξει, μένουνε μακριά, κι εγώ στη Νίκαια που δεν έχουμε κότες αλλά έχουμε αυγά…

Το περπάτημα μετά το sex είναι η καλύτερη άσκηση. Τα μεσάνυχτα, λοιπόν, βγαίνω από το μετρό στο Αιγάλεω, και περπατάω μέχρι το σπίτι μου. Έχω ευρώ στο πορτοφόλι, θα μπορούσα να πάρω ταξί απ’ το να ταλαιπωρώ το δίμετρο κορμί μου, αλλά προτιμώ αυτά τα δώδεκα ευρώ να τα κάνω πιτόγυρα ή σφηνάκια…

Το Walkman στο Sony X peria μεγάλη αγάπη! Του φόρτωσα όλα μου τα αγαπημένα τραγούδια οπότε περπατώ μεσ’ την καλή χαρά τραγουδώντας πάντα φάλτσα Celine Dion, Sandra, Samantha Fox, Queen, Amy Winehouse και όλο το Mamma Mia (σπίτι έχουμε όλους τους δίσκους των ABBA πικ απ δεν έχουμε)!!!

Περπατώ γρήγορα για φινάλε γιατί έχω γίνει μούσκεμα και καίγομαι πατόκορφα και τα νεύρα μου δεν είναι καλά: Αυγά δεν τρώω εκτός από τις vintage ομελέτες της μανούλας μου, sex δεν κάνω από επιλογή, ακούω πάντα μουσική, δεν βλέπω ποτέ τηλεόραση χρόνια τώρα, βλέπω τα διηγήματα μου στο koukidaki.blogspot.com και χαμογελώ, ακούω Botox Web Radio κάθε πρωί για ν’ ανοίξει το μάτι και κάθε νύχτα για να κοιμηθώ, κατεβαίνουμε στο Bolivar για ηλιοθεραπεία γιατί η φτώχια θέλει καλοπέραση

                                                  



και η ζωή συνεχίζεται…



foto by Zois Triantafillou Sfakianakis